στο λεξικό PONS
ιδρώ|νω <-σα, -μένος> [iˈðrɔnɔ] VERB αμετάβ
1. ιδρώνω (αποβάλλω ιδρώτα):
- ιδρώνω
- schwitzen
- δεν ιδρώνει το αφτί του
- es geht bei ihm zum einen Ohr hinein, zum anderen wieder hinaus
- δεν ιδρώνει το αφτί του από συμβουλές
- er schert sich nicht um Ratschläge
2. ιδρώνω (αρχίζω να ιδρώνω):
- ιδρώνω
- ins Schwitzen kommen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.