στο λεξικό PONS
απόδειξ|η <-εις> [aˈpɔðiksi] SUBST θηλ
1. απόδειξη (γενικά):
- απόδειξη ΜΑΘ, ΝΟΜ
- Beweis αρσ
- απόδειξη του αντιθέτου
- Beweis αρσ des Gegenteils
- απόδειξη του αντιθέτου
- Gegenteilsbeweis αρσ
- μέχρις αποδείξεως του εναντίου ΝΟΜ
- bis zum Beweis des Gegenteils
- μαθηματική απόδειξη
- mathematischer Beweis αρσ
- αναλυτική απόδειξη
- analytischer Beweis αρσ
- απόδειξη της γνησιότητας
- Echtheitsbeweis αρσ
- έμμεση απόδειξη
- indirekter Beweis αρσ
- απόδειξη με τεκμήρια ΝΟΜ
- Indizienbeweis αρσ
- αίτηση θηλ για διεξαγωγή απόδειξης ΝΟΜ
- Beweisantrag αρσ
- βάρος ουδ απόδειξης
- Beweislast θηλ
- διεξαγωγή θηλ απόδειξης
- Beweisführung θηλ
2. απόδειξη μτφ (ευγνωμοσύνης):
- απόδειξη
- Zeugnis ουδ
3. απόδειξη (δελτίο):
- απόδειξη
- Schein αρσ
- απόδειξη διαμετακόμισης
- Durchfuhrschein αρσ
- απόδειξη εξαγωγής ΟΙΚΟΝ
- Ausfuhrschein αρσ
- απόδειξη παραλαβής
- Empfangsschein αρσ
- απόδειξη φόρτωσης
- Ladeschein αρσ
4. απόδειξη (δελτίο πληρωμής):
- απόδειξη
- Quittung θηλ
- απόδειξη
- Beleg αρσ
- απόδειξη πληρωμής
- Zahlungsbeleg αρσ
- απόδειξη λογιστηρίου
- Buchhaltungsbeleg αρσ
- ταμιακή απόδειξη
- Kassenbeleg αρσ
- ταμιακή απόδειξη
- Kassenquittung θηλ
- τραπεζική απόδειξη
- Bankquittung θηλ
- εκδίδω μια απόδειξη
- eine Quittung ausstellen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απόδειξη θηλ διαμετακόμισης
- Durchfuhrschein αρσ
- απόδειξη θηλ εισαγωγής
- Einfuhrschein αρσ
- απόδειξη θηλ παραλαβής
- Empfangsschein αρσ
- απόδειξη θηλ εξαγωγής
- Ausfuhrschein αρσ
- απόδειξη εξαγωγής ΟΙΚΟΝ
- Ausfuhrschein αρσ