στο λεξικό PONS
βραχιόλι [vraˈçɔli] SUBST ουδ
- βραχιόλι
- Armband ουδ
- βραχιόλια ειρων
- Handschellen θηλ πλ
βραχιόλι SUBST
- ηλεκτρονικό βραχιόλι (για το πόδι κρατουμένου) ουδ
- elektronische Fußfessel θηλ
- ηλεκτρονικό βραχιόλι (για το χέρι κρατουμένου) ουδ
- elektronische Handfessel θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.