στο λεξικό PONS
ξεσηκώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ksɛsiˈkɔnɔ] VERB μεταβ
1. ξεσηκώνω (παρακινώ, σπρώχνω):
- ξεσηκώνω
- drängen
- ξεσηκώνω κάποιον να κάνει κάτι
- jdn dazu drängen, etw zu tun
2. ξεσηκώνω (ερεθίζω, εξεγείρω):
- ξεσηκώνω
- erregen
3. ξεσηκώνω (κάνω αντιγραφή):
- ξεσηκώνω
- durchpausen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ξεσηκώνω κάποιον να κάνει κάτι
- jdn dazu drängen, etw zu tun