στο λεξικό PONS
I. σκαλί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [skaˈlizɔ] VERB μεταβ
1. σκαλίζω (το χώμα του κήπου):
- σκαλίζω
- lockern
2. σκαλίζω (ξένο πράγμα: πιάνω, περιεργάζομαι):
- σκαλίζω τη φωτογραφική μηχανή κάποιου
- an jds Fotoapparat herumfummeln
- ποιος σκάλισε τα χαρτιά μου;
- wer hat an meinen Unterlagen herumgefummelt?, wer ist an meine Unterlagen gegangen?
3. σκαλίζω:
- σκαλίζω τη μύτη μου
- in der Nase bohren
4. σκαλίζω (τη φωτιά):
- σκαλίζω
- schüren
5. σκαλίζω μτφ (ιστορίες περασμένες):
- σκαλίζω
- ausgraben
6. σκαλίζω (λαξεύω):
- σκαλίζω ένα ξύλο
- an einem Stück Holz schnitzen
- σκαλίζω ένα όνομα στο ξύλο
- einen Namen in das Holz schnitzen
- σκαλίζω μια πέτρα
- einen Stein behauen
- σκαλίζω ένα όνομα σε μια πέτρα
- einen Namen in einen Stein hauen
- σκαλίζω μέταλλο/σε μέταλλο
- Metall/in Metall ziselieren
II. σκαλί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [skaˈlizɔ] VERB αμετάβ
1. σκαλίζω (στο χώμα, στον κήπο):
- σκαλίζω
- hacken
2. σκαλίζω (σε συρτάρι):
- σκαλίζω
- herumsuchen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σκαλίζω τη μύτη μου
- in der Nase bohren
- σκαλίζω μια πέτρα
- einen Stein behauen
- σκαλίζω ένα ξύλο
- an einem Stück Holz schnitzen
- σκαλίζω μέταλλο/σε μέταλλο
- Metall/in Metall ziselieren
- σκαλίζω τη φωτογραφική μηχανή κάποιου
- an jds Fotoapparat herumfummeln