στο λεξικό PONS
αδράνεια [aˈðrania] SUBST θηλ
1. αδράνεια (σε χαρακτήρα) ΦΥΣ:
- αδράνεια
- Trägheit θηλ
- κύκλος αρσ αδράνειας
- Trägheitskreis αρσ
- νόμος αρσ της αδράνειας
- Trägheitsgesetz ουδ
2. αδράνεια (απραξία):
- αδράνεια
- Untätigkeit θηλ
- πέφτω σε αδράνεια
- in Untätigkeit verfallen
3. αδράνεια ΑΘΛ (σε πάλη):
- ζώνη θηλ αδράνειας
- Passivitätszone θηλ
αδράνεια SUBST
- δοχείο αδράνειας ουδ ΤΕΧΝΟΛ
- Pufferspeicher αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πέφτω σε αδράνεια
- in Untätigkeit verfallen