στο λεξικό PONS
I. εξελί|σσω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ɛksɛˈlisɔ] VERB μεταβ
- εξελίσσω
- entwickeln
II. εξελίσσομαι VERB αυτοπ ρήμα
- εξελίσσομαι σε
- sich entwickeln zu +δοτ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.