στο λεξικό PONS
λάκκος [ˈlakɔs] SUBST αρσ
- λάκκος
- Grube θηλ
- κάποιο λάκκο έχει η φάβα
- die Sache muss irgendeinen Haken haben
- σκάβω το λάκκο κάποιου
- jdm in den Rücken fallen
- όποιος σκάβει το λάκκο τ' αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα παροιμ
- wer andern eine Grube gräbt, fällt selbst hinein
- λάκκος με τα φίδια μτφ
- Zwickmühle θηλ
- είμαι στο λάκκο με τα φίδια
- in einer Zwickmühle sein
- λάκκος των λεόντων
- Löwengrube θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λάκκος με τα φίδια μτφ
- Zwickmühle θηλ
- λάκκος των λεόντων
- Löwengrube θηλ