στο λεξικό PONS
εξακριβώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ɛksakriˈvɔnɔ] VERB μεταβ
1. εξακριβώνω (βρίσκω: διεύθυνση):
- εξακριβώνω
- herausfinden
2. εξακριβώνω (διαπιστώνω):
- εξακριβώνω
- feststellen
- εξακριβώθηκε ότι …
- man hat festgestellt, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξακριβώνω την αλήθεια
- die Wahrheit herausfinden