στο λεξικό PONS
μοναχ|ός <-ή, -ό> [mɔnaˈxɔs], μονάχ|ος [mɔˈnaxɔs] <-η, -ο> ΕΠΊΘ
1. μοναχός (ασυνόδευτος, μόνος):
- μοναχός
- allein
- θα το κάνω μοναχός μου
- das mache ich allein
2. μοναχός (που αισθάνεται μόνος):
- μοναχός
- einsam
μοναχ|ός (-ή) [mɔnaˈxɔs] SUBST αρσ (θηλ)
- μοναχός (-ή)
- Mönch (Nonne) αρσ (θηλ)
- δόκιμος μοναχός
- Novize αρσ
- δόκιμη μοναχή
- Novizin θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δόκιμος μοναχός
- Novize αρσ
- θα το κάνω μοναχός μου
- das mache ich allein