στο λεξικό PONS
αναπληρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [anapliˈrɔnɔ] VERB μεταβ
1. αναπληρώνω (συμπληρώνω):
- αναπληρώνω
- ergänzen
2. αναπληρώνω (αντικαθιστώ):
- αναπληρώνω
- vertreten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.