στο λεξικό PONS
I. πολυλογ|ώ <-είς, -ησα> [pɔlilɔˈɣɔ] VERB αμετάβ
- πολυλογώ
- schwatzen
II. πολυλογ|ώ <-είς, -ησα> [pɔlilɔˈɣɔ] VERB μεταβ
- τα πολυλογώ
- weitschweifig werden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τα πολυλογώ
- weitschweifig werden