στο λεξικό PONS
αρέσ|ω <-α> [aˈrɛsɔ] VERB αμετάβ
- αρέσω σε κάποιον
- gefallen jdm
- μου αρέσεις
- du gefällst mir
- αυτό το τραγούδι δε μου αρέσει
- dieses Lied gefällt mir nicht
- (δε) σ' αρέσει αυτό το χρώμα;
- gefällt dir diese Farbe (nicht)?
- κάνει αυτό που του αρέσει
- er macht, was ihm gefällt
- κάνει ό,τι του αρέσει
- er macht, was ihm gefällt
- όπως σας αρέσει
- ganz wie Sie wollen/wünschen
- σου αρέσει δε σου αρέσει …
- ob es dir gefällt oder nicht, …
- σου αρέσει η σούπα;
- schmeckt dir die Suppe?
- δε μου αρέσουν τα σύκα
- ich mag keine Feigen
- της αρέσει να τον πειράζει
- sie ärgert ihn gerne
- θα μου άρεζε να πήγαινα στη θάλασσα σήμερα
- heute würde ich gerne ans Meer gehen
αρέσω ΡΉΜΑ
- στον πατέρα αρέσει το σπίτι
- dem Vater gefällt das Haus
αρέσω VERB
- ...δε μ´ αρέσει καθόλου
- ...gefällt mir überhaupt nicht
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.