στο λεξικό PONS
τσιμπ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [tsimˈbɔ] VERB μεταβ
1. τσιμπώ (κεντώ):
- τσιμπώ
- stechen
2. τσιμπώ (συνθλίβω δέρμα):
- τσιμπώ
- kneifen
3. τσιμπώ (πουλί: με το ράμφος):
- τσιμπώ
- picken
4. τσιμπώ (ψάρι):
- τσιμπώ
- anbeißen
5. τσιμπώ (τρώω):
- τσιμπώ κάτι
- eine Kleinigkeit zu sich nehmen