στο λεξικό PONS
I. μαστορ|εύω <-εψα, -εμένος> [mastɔˈrɛvɔ] VERB μεταβ
1. μαστορεύω (επισκευάζω):
- μαστορεύω
- reparieren
2. μαστορεύω (καταπιάνομαι):
- μαστορεύει τη μηχανή
- er bastelt an der Maschine
II. μαστορ|εύω <-εψα, -εμένος> [mastɔˈrɛvɔ] VERB αμετάβ (καταπιάνομαι με διάφορα)
- μαστορεύω
- basteln
- του αρέσει να μαστορεύει
- er bastelt gerne
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.