στο λεξικό PONS
δικαστής [ðikasˈtis] SUBST mf, δικαστίνα [ðikasˈtina] SUBST θηλ
- δικαστής
- Richter(in) αρσ (θηλ)
- δικαστής ανηλίκων
- Jugendrichter(in) αρσ (θηλ)
- επαγγελματίας δικαστής
- Berufsrichter(in) αρσ (θηλ)
- ποινικός/ποινική δικαστής
- Strafrichter(in) αρσ (θηλ)
- βοηθός mf δικαστής
- Hilfsrichter(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δικαστής αρσ ανηλίκων
- Jugendrichter αρσ
- βοηθός mf δικαστής
- Hilfsrichter(in) αρσ (θηλ)
- δικαστής ανηλίκων
- Jugendrichter(in) αρσ (θηλ)
- επαγγελματίας δικαστής
- Berufsrichter(in) αρσ (θηλ)
- βοηθός δικαστής
- Hilfsrichter(in) αρσ (θηλ)