στο λεξικό PONS
ευτυχία [ɛftiˈçia] SUBST θηλ
- ευτυχία
- Glück ουδ
- μια ζωή γεμάτη ευτυχία
- ein Leben voller Glück
- τι ευτυχία που …!
- was für ein Glück, dass …!
- σας εύχομαι κάθε ευτυχία
- ich wünsche euch alles Gute
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μια ζωή γεμάτη ευτυχία
- ein Leben voller Glück
- τι ευτυχία που …!
- was für ein Glück, dass …!
- σας εύχομαι κάθε ευτυχία
- ich wünsche euch alles Gute