στο λεξικό PONS
υπενθυμί|ζω <-σα> [ipɛnθiˈmizɔ] VERB μεταβ
- υπενθυμίζω κάτι
- etw in Erinnerung rufen
- μου υπενθύμισε ότι …
- er erinnerte mich daran, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υπενθυμίζω κάτι
- etw in Erinnerung rufen