στο λεξικό PONS
αλέ|θω <-σα, -στηκα, -σμένος> [aˈlɛθɔ] VERB μεταβ
- αλέθω
- mahlen
- μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώσετε παροιμ
- da herrscht ein wildes Chaos
- ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει παροιμ
- ich habe einen starken Magen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.