στο λεξικό PONS
παρ|αλείπω <-άλειψα [ή -έλειψα], -αλείφτηκα> [paraˈlipɔ] VERB μεταβ
1. παραλείπω:
- παραλείπω να κάνω κάτι
- versäumen, etw zu tun
2. παραλείπω (δε λέω):
- παραλείπω
- nicht erwähnen
3. παραλείπω (κεφάλαιο, ασκήσεις):
- παραλείπω
- auslassen, weglassen
- τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται
- Selbstverständliches braucht nicht erwähnt zu werden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παραλείπω να κάνω κάτι
- versäumen, etw zu tun