στο λεξικό PONS
I. κηρύ|σσω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ciˈrisɔ] VERB μεταβ
1. κηρύσσω (διαδηλώνω, επίσης λόγο του Θεού):
- κηρύσσω
- verkünden
- κηρύσσω κάποιον ένοχο
- jdn für schuldig erklären
- κηρυγμένος εχθρός
- erklärter Feind αρσ
2. κηρύσσω ΘΡΗΣΚ:
- κηρύσσω
- predigen
3. κηρύσσω (πόλεμο):
- κηρύσσω τον πόλεμο εναντίον κάποιου
- jdm den Krieg erklären
4. κηρύσσω (απεργία):
- κηρύσσω
- ausrufen
II. κηρύσσομαι VERB αυτοπ ρήμα
- κηρύσσομαι υπέρ/εναντίον κάποιου πράγματος
- sich für/gegen etw aussprechen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κηρύσσω απεργία
- den Streik ausrufen
- κηρύσσω κάποιον σε αφάνεια
- jdn als vermisst melden
- κηρύσσω κάποιον ένοχο
- jdn für schuldig erklären/befinden
- κηρύσσω κάποιον ανίκανο για δικαιοπραξία
- jdn für geschäftsunfähig erklären
- κηρύσσω τον πόλεμο εναντίον κάποιου
- jdm den Krieg erklären
Αναζήτηση στο λεξικό
- κηρογράφος
- κηροζίνη
- κηρομπογιά
- κηροπήγιο
- κηρός
- κηρύσσω
- Κήτος
- Κηφέας
- κηφήνας
- κι
- κιάλια