στο λεξικό PONS
επ|ισύρω <-έσυρα> [ɛpiˈsirɔ] VERB μεταβ
1. επισύρω (στρέφω προς εμένα: περιφρόνηση, προσοχή κτλ):
- επισύρω
- auf sich ziehen
- επισύρω τη δυσαρέσκεια κάποιου
- jds Unwillen auf sich ziehen
2. επισύρω (στρέφω προς ορισμένο σημείο):
- επισύρω
- lenken
- επισύρω την προσοχή κάποιου σε κάτι
- jds Aufmerksamkeit auf etw αιτ lenken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επισύρω τη δυσαρέσκεια κάποιου
- jds Unwillen auf sich ziehen
- επισύρω την προσοχή κάποιου σε κάτι
- jds Aufmerksamkeit auf etw αιτ lenken