στο λεξικό PONS
άπειρ|ος1 <-η, -ο> [ˈapirɔs] ΕΠΊΘ (χωρίς πείρα)
- άπειρος σε
- unerfahren in +δοτ
άπειρ|ος2 <-η, -ο> [ˈapirɔs] ΕΠΊΘ (χωρίς τέλος)
- άπειρος
- unendlich
- απείρου κάλλους ειρων
- chaotisch
άπειρος ΕΠΊΘ
- άπειρος
- ohne Geschmack, fade, geschmacklos
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άπειρος πληθάριθμος
- unendliche Kardinalzahl θηλ