στο λεξικό PONS
πλοίο [ˈpliɔ] SUBST ουδ
- πλοίο
- Schiff ουδ
- αλιευτικό πλοίο
- Fischerboot ουδ
- αρματαγωγό πλοίο
- Landungsboot ουδ
- πλοίο γεωτρήσεων
- Bohrschiff ουδ
- εμπορικό πλοίο
- Handelsschiff ουδ
- επιβατικό πλοίο
- Passagierschiff ουδ
- πολεμικό πλοίο
- Kriegsschiff ουδ
- φορτηγό πλοίο
- Frachtschiff ουδ
- πλοίο με φτερωτή
- Schaufelraddampfer αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δικάταρτο πλοίο
- Zweimaster αρσ
- αρματαγωγό πλοίο
- Landungsboot ουδ
- πλοίο γεωτρήσεων
- Bohrschiff ουδ
- εμπορικό πλοίο
- Handelsschiff ουδ
- επιβατικό πλοίο
- Passagierschiff ουδ