στο λεξικό PONS
I. αγιά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [aˈjazɔ] VERB μεταβ
1. αγιάζω (ραντίζω):
- αγιάζω
- mit Weihwasser besprengen
2. αγιάζω (προσδίνω αγιότητα):
- αγιάζω
- heiligsprechen
- ο σκοπός αγιάζει τα μέσα παροιμ
- der Zweck heiligt die Mittel
II. αγιά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [aˈjazɔ] VERB αμετάβ (αποκτώ αγιότητα)
- αγιάζω
- heilig werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.