στο λεξικό PONS
προικί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [priˈcizɔ] VERB μεταβ
1. προικίζω:
- προικίζω κάποιον
- jdm eine Mitgift geben
2. προικίζω μτφ:
- προικίζω με
- ausstatten mit
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προικίζω κάποιον
- jdm eine Mitgift geben