στο λεξικό PONS
I. πικρ|αίνω <-ανα, -άθηκα, -αμένος> [piˈkrɛnɔ] VERB μεταβ
1. πικραίνω (κάνω πικρό):
- πικραίνω
- bitter machen
2. πικραίνω μτφ (λυπώ):
- πικραίνω
- verbittern
II. πικρ|αίνω <-ανα, -άθηκα, -αμένος> [piˈkrɛnɔ] VERB αμετάβ (γίνομαι πικρός)
- πικραίνω
- bitter werden
III. πικραίνομαι VERB αυτοπ ρήμα μτφ
- πικραίνομαι
- verbittern
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.