στο λεξικό PONS
ιδρώτας [iˈðrɔtas] SUBST αρσ
- ιδρώτας
- Schweiß αρσ
- σκουπίζω τον ιδρώτα από το μέτωπό μου
- sich δοτ den Schweiß von der Stirn wischen
- τον έλουσε/έκοψε κρύος ιδρώτας (από φόβο)
- ihm brach der Angstschweiß aus
- ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα
- er war schweißgebadet
- κολυμπώ στον ιδρώτα
- in Schweiß gebadet sein, schweißgebadet sein
- με τον ιδρώτα του προσώπου μου
- im Schweiße meines Angesichts
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τον έλουσε/έκοψε κρύος ιδρώτας (από φόβο)
- ihm brach der Angstschweiß aus