στο λεξικό PONS
I. υποφέρ|ω <-α> [ipɔˈfɛrɔ] VERB μεταβ
1. υποφέρω (αντέχω):
- υποφέρω
- ertragen
- δεν υποφέρω τα σχόλιά του
- ich kann seine Kommentare nicht ertragen
- δεν υποφέρεται! (άνθρωπος)
- er ist nicht zu ertragen!
2. υποφέρω (παθαίνω, υφίσταμαι):
- υποφέρω
- erleiden
- δεν ξέρεις τι υπόφερα! (τι τράβηξα)
- du weißt nicht, was ich durchgemacht habe!
II. υποφέρ|ω <-α> [ipɔˈfɛrɔ] VERB αμετάβ
1. υποφέρω (πάσχω: γενικά):
- υποφέρω από κάτι
- unter etw δοτ leiden
2. υποφέρω (από αρρώστια):
- υποφέρω από κάτι
- an etw δοτ leiden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υποφέρω βάσανα
- Qualen erleiden
- υποφέρω από αϋπνία/αϋπνίες
- an Schlaflosigkeit leiden
- υποφέρω τα πάνδεινα
- Schreckliches durchmachen (müssen)
- υποφέρω από/έχω ρευματισμούς
- Rheuma haben
- υποφέρω από κάτι
- unter etw δοτ leiden