στο λεξικό PONS
ρητορικ|ός <-ή, -ό> [ritɔriˈkɔs] ΕΠΊΘ
- ρητορικός
- rhetorisch
- ρητορική ερώτηση
- rhetorische Frage θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- ρητινοποίηση
- ρητινοποιώ
- ρητινώδης
- ρητό
- ρητοποίηση
- ρητορικός
- ρητός
- ρήτρα
- ρητώς
- ρηχά
- ρηχός