στο λεξικό PONS
βέβαι|ος <-η, -ο> [ˈvɛvɛɔs] ΕΠΊΘ
- βέβαιος
- sicher
- δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό
- ich bin mir dessen nicht sicher
- να είσαι βέβαιος πως θα σε βοηθήσει
- du kannst sicher sein, dass er dir helfen wird
- το βέβαιο είναι ότι …
- was feststeht, ist, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δεν είμαι καν βέβαιος
- ich bin überhaupt nicht sicher
- δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό
- ich bin mir dessen nicht sicher
- να είσαι βέβαιος πως θα σε βοηθήσει
- du kannst sicher sein, dass er dir helfen wird