στο λεξικό PONS
αντιγραφή [andiɣraˈfi] SUBST θηλ
1. αντιγραφή (πράξη ή αποτέλεσμα του αντιγράφω):
- αντιγραφή
- Abschrift θηλ
- κάνω αντιγραφή (μαθητής κατά τις εξετάσεις)
- abschreiben
2. αντιγραφή (αντίγραφο):
- αντιγραφή
- Kopie θηλ
αντιγραφή SUBST
- αντιγραφή θηλ ΧΗΜ
- Replikation θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάνω αντιγραφή (μαθητής κατά τις εξετάσεις)
- abschreiben