στο λεξικό PONS
I. μηχανικ|ός <-ή, -ό> [mixaniˈkɔs] ΕΠΊΘ (και κινήσεις)
- μηχανικός
- mechanisch
- μηχανική γραφομηχανή
- mechanische Schreibmaschine θηλ
II. μηχανικ|ός [mixaniˈkɔs] SUBST mf
1. μηχανικός (τεχνίτης):
- μηχανικός
- Mechaniker(in) αρσ (θηλ)
- μηχανικός αυτοκινήτου
- Kraftfahrzeugmechaniker αρσ
2. μηχανικός (επιστήμονας):
- μηχανικός
- Ingenieur(in) αρσ (θηλ)
- μηχανικός ορυχείου
- Bergbauingenieur(in) αρσ (θηλ)
- πολιτικός μηχανικός
- Bauingenieur(in) αρσ (θηλ)
- χημικός μηχανικός
- Chemieingenieur(in) αρσ (θηλ)
- γραφείο ουδ μηχανικού
- Ingenieurbüro ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μηχανολόγος μηχανικός
- Maschinenbauingenieur αρσ
- πολιτικός μηχανικός
- Bauingenieur αρσ
- μηχανικός αυτοκινήτου
- Kraftfahrzeugmechaniker αρσ
- μηχανικός ορυχείου
- Bergbauingenieur(in) αρσ (θηλ)
- χημικός μηχανικός
- Chemieingenieur(in) αρσ (θηλ)