στο λεξικό PONS
I. αντέ|χω <-ξα> [anˈdɛxɔ] VERB μεταβ
1. αντέχω (το θόρυβο, τη ζέστη):
- αντέχω
- ertragen
- δεν αντέχω να …
- ich kann es nicht ertragen, zu …
- δεν τον αντέχω
- ich kann ihn nicht ertragen
- αυτό δεν αντέχεται!
- das ist nicht auszuhalten!
2. αντέχω (βαστάω):
- αντέχω
- aushalten
- αυτό το σανίδι δε θα το αντέξει
- dieses Brett hält das nicht aus
- αντέχει η τσέπη μου
- das kann ich mir leisten
II. αντέ|χω <-ξα> [anˈdɛxɔ] VERB αμετάβ
1. αντέχω (σε κάτι):
- αντέχω σε κάτι
- standhalten einer Sache
- αυτό το γυαλί δεν αντέχει στις ψηλές θερμοκρασίες
- dieses Glas kann hohen Temperaturen δοτ nicht standhalten
- δεν αντέχω σε συγκρίσεις
- keinem Vergleich standhalten
- δεν αντέχω (άλλο) πια!
- ich halte es nicht mehr aus!
- δε σ' αντέχω (άλλο) πια!
- ich halte dich nicht mehr aus!
2. αντέχω (δε χαλάω):
- αντέχω
- halten
- αυτά τα λάστιχα θα αντέξουν χρόνια
- diese Reifen halten Jahre
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δεν αντέχω να …
- ich kann es nicht ertragen, zu …
- δεν αντέχω σε συγκρίσεις
- keinem Vergleich standhalten
- δεν αντέχω (άλλο) πια!
- ich halte es nicht mehr aus!
- δεν τον αντέχω
- ich kann ihn nicht ertragen
- δε σ' αντέχω (άλλο) πια!
- ich halte dich nicht mehr aus!