στο λεξικό PONS
I. αρραβωνιά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [aravɔˈɲazɔ] VERB μεταβ
- αρραβωνιάζω
- verloben
II. αρραβωνιάζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- αρραβωνιάζομαι
- sich verloben
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.