στο λεξικό PONS
στοργή [stɔrˈji] SUBST θηλ
1. στοργή (αγάπη):
- στοργή
- Liebe θηλ
- με στοργή
- mit Liebe
- εκδηλώνω στοργή απέναντι σε κάποιον
- jdm gegenüber (seine) Liebe äußern
2. στοργή (αφοσίωση):
- στοργή
- Zuwendung θηλ
3. στοργή (τρυφερότητα):
- στοργή
- Zärtlichkeit θηλ