στο λεξικό PONS
εκτελ|ώ <-είς, -εσα, -έστηκα, -εσμένος> [ɛktɛˈlɔ] VERB μεταβ
1. εκτελώ (γενικά, διαταγή, εργασία):
- εκτελώ
- ausführen
- εκτελώ μια διαταγή
- einen Befehl ausführen
2. εκτελώ (εκπληρώνω):
- εκτελώ
- erfüllen
- εκτελώ τα καθήκοντά μου
- seine Pflichten erfüllen
3. εκτελώ:
- εκτελώ ΜΟΥΣ, ΘΈΑΤ
- darbieten
4. εκτελώ ΝΟΜ (απόφαση):
- εκτελώ
- vollstrecken
- εκτελώ μια δικαστική απόφαση
- ein Gerichtsurteil/Urteil vollstrecken
5. εκτελώ (θανατώνω):
- εκτελώ
- hinrichten
- εκτελέστηκε
- er/sie wurde hingerichtet
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκτελώ τα καθήκοντά μου
- seine Pflichten erfüllen
- εκτελώ μια δικαστική απόφαση
- ein Gerichtsurteil/Urteil vollstrecken
- εκτελώ κάτι κατά πόδας
- etw genau nach Vorschrift ausführen
- εκτελώ μια διαταγή
- einen Befehl ausführen