στο λεξικό PONS
I. σπίτι [ˈspiti] SUBST ουδ
- σπίτι
- Haus ουδ
- είμαι/μένω στο σπίτι
- zu Hause sein/bleiben
- αλλάζω σπίτι
- umziehen
- από καλό σπίτι
- aus gutem Hause
- κατάγεται από καλό σπίτι
- er/sie stammt aus gutem Hause
- σαν στο σπίτι σου!
- fühl dich wie zu Hause!
- διώχνω κάποιον από το σπίτι
- jdn von zu Hause wegjagen
- φεύγω από το σπίτι (πηγαίνω να μείνω αλλού)
- von zu Hause wegziehen
- εξοχικό σπίτι
- Landhaus ουδ
- δουλειές θηλ πλ του σπιτιού
- Haushaltsarbeiten θηλ πλ
- έξοδα ουδ πλ του σπιτιού
- Haushaltskosten πλ
II. σπίτι [ˈspiti] ΕΠΊΡΡ
- είμαι/μένω σπίτι
- zu Hause sein/bleiben
- πηγαίνω σπίτι
- nach Hause gehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λυόμενο σπίτι
- Fertighaus ουδ
- εξοχικό σπίτι
- Landhaus ουδ
- αλλάζω σπίτι
- umziehen
- πηγαίνω σπίτι
- nach Hause gehen
- όρμησε μες στο σπίτι
- er ist ins Haus gestürmt