στο λεξικό PONS
σχισμή [sçizˈmi] SUBST θηλ
1. σχισμή (σε χαρτί, επιφάνεια κτλ):
- σχισμή
- Riss αρσ
2. σχισμή (μακρόστενο άνοιγμα):
- σχισμή
- Spalt αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βραγχιακή σχισμή
- Kiemenspalte θηλ
- μεσογλουτιαία σχισμή
- Gesäßspalte θηλ