στο λεξικό PONS
απ|οστέλλω [apɔˈstɛlɔ], απ|οστέλνω [apɔˈstɛlnɔ] <-όστειλα [ή -έστειλα], -οστάλθηκα, -οσταλμένος> VERB μεταβ
1. αποστέλλω (ταχυδρομώ):
- αποστέλλω
- absenden
2. αποστέλλω (στέλνω):
- αποστέλλω κάτι σε κάποιον
- jdm etw zusenden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποστέλλω κάτι σε κάποιον
- jdm etw zusenden