στο λεξικό PONS
ηθικ|ός <-ή, -ό> [iθiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- ηθικός
- sittlich, Sitten-, moralisch, Moral-
- ηθικός αυτουργός
- Anstifter αρσ
- ηθική βλάβη
- immaterieller Schaden αρσ
- ηθικό δίδαγμα
- Moral θηλ
- ηθικός κώδικας
- Moralkodex αρσ
- ηθικός νόμος
- Sittengesetz ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ηθικός αυτουργός ΝΟΜ
- Anstifter(in) αρσ (θηλ)
- ηθικός κώδικας
- Moralkodex αρσ
- ηθικός νόμος
- Sittengesetz ουδ