στο λεξικό PONS
I. μαρτυρ|ώ <-άς [ή -είς], -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [martiˈrɔ] VERB αμετάβ
1. μαρτυρώ (σε δικαστήριο):
- μαρτυρώ
- aussagen
- μαρτυρώ υπέρ/εναντίον κάποιου
- für/gegen jdn aussagen
2. μαρτυρώ (υποφέρω):
- μαρτυρώ
- leiden
II. μαρτυρ|ώ <-άς [ή -είς], -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [martiˈrɔ] VERB μεταβ
1. μαρτυρώ (επιβεβαιώνω, δείχνω):
- μαρτυρώ
- bezeugen
- αυτό μαρτυρεί ότι δεν ήξερε αν …
- das bezeugt, dass er nicht wusste, ob …
2. μαρτυρώ (για συναισθήματα: φανερώνω):
- μαρτυρώ
- verraten
- … μαρτυρούσαν τη συγκίνησή του
- … verrieten, wie gerührt/bewegt er war
3. μαρτυρώ (προδίδω):
- μαρτυρώ και μτφ
- verraten
- … μαρτυρούν την ηλικία του
- … verraten sein Alter
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μαρτυρώ υπέρ/εναντίον κάποιου
- für/gegen jdn aussagen