στο λεξικό PONS
ζημιά [ziˈmɲa], ζημία [ziˈmia] SUBST θηλ
1. ζημιά (βλάβη):
- ζημιά
- Schaden αρσ
- κάνω ζημιά σε κάτι
- etw beschädigen
- κάνω μεγάλη/φοβερή ζημιά (για πλημμύρες κτλ)
- großen Schaden anrichten
- τώρα έγινε η ζημιά
- jetzt ist es zu spät
- άμεση ζημιά
- direkter/unmittelbarer Schaden αρσ
- έμμεση ζημιά
- indirekter Schaden αρσ
- επακόλουθες ζημιές
- Folgeschäden αρσ πλ
- ζημιά κατά τη μεταφορά
- Transportschaden αρσ
- (πραγματική) ολική ζημιά
- (tatsächlicher) Gesamtschaden αρσ
- περιβαλλοντική ζημιά
- Umweltschaden αρσ
- ζημιά προσώπων
- Personenschaden αρσ
- ζημιά πυρκαγιάς
- Brandschaden αρσ
- ζημιά τρίτου
- Drittschaden αρσ
- υλική ζημιά
- Sachschaden αρσ
- δίκαιο ουδ υλικών ζημιών ΝΟΜ
- Sachschadenrecht ουδ
- δήλωση θηλ ζημιάς
- Schadenmeldung θηλ
- διαπίστωση θηλ ζημιάς
- Schadenfeststellung θηλ
- έκθεση θηλ ζημιών ΟΙΚΟΝ
- Schadenaufstellung θηλ
- έλεγχος αρσ της ζημιάς
- Schadensprüfung θηλ
- επιθεώρηση θηλ ζημιών ΝΟΜ
- Schadensbesichtigung θηλ
- υπολογισμός αρσ της ζημιάς
- Schadensberechnung θηλ
- ύψος ουδ ζημιάς
- Schadenhöhe θηλ
2. ζημιά (κακό):
- σου κάνει ζημιά
- es schadet dir
- θα πάθεις μεγάλη ζημιά
- du wirst dir sehr schaden
3. ζημιά (απώλεια) ΟΙΚΟΝ:
- ζημιά
- Verlust αρσ
- εικονική ζημία ΟΙΚΟΝ
- Scheinverlust αρσ
- κεφαλαιακή ζημιά
- Kapitalverlust αρσ
- (πραγματική) ολική ζημιά
- (tatsächlicher) Gesamtverlust αρσ
- ζημιά συναλλαγματικής διαφοράς
- Wechselkursverlust αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υλική ζημιά
- Sachschaden αρσ
- έμμεση ζημιά
- indirekter Schaden αρσ
- εικονική ζημία ΟΙΚΟΝ
- Scheinverlust αρσ
- κεφαλαιακή ζημιά
- Kapitalverlust αρσ
- ανεπανόρθωτη ζημιά
- ein nicht wiedergutzumachender Schaden