στο λεξικό PONS
I. χειροκροτ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [çirɔkrɔˈtɔ] VERB μεταβ
1. χειροκροτώ (κάποιον):
- χειροκροτώ κάποιον
- applaudieren jdm
2. χειροκροτώ (κάποιον, κάτι):
- χειροκροτώ κάποιον/κάτι
- beklatschen jdn/etw
II. χειροκροτ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [çirɔkrɔˈtɔ] VERB αμετάβ
- χειροκροτώ
- klatschen, applaudieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.