στο λεξικό PONS
κατ|αφεύγω <-άφυγα [ή -έφυγα] > [kataˈfɛvɣɔ] VERB αμετάβ
- καταφεύγω σε
- Zuflucht suchen bei +δοτ
- καταφεύγω σε
- zurückgreifen auf +αιτ
- καταφεύγω στα δικαστήρια
- die Gerichte anrufen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καταφεύγω στα δικαστήρια
- die Gerichte anrufen