στο λεξικό PONS
I. κατοικ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [katiˈkɔ] VERB μεταβ (κάποιον τόπο)
- κατοικώ
- bewohnen
II. κατοικ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [katiˈkɔ] VERB αμετάβ (μένω)
- κατοικώ σε
- wohnen in +δοτ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.