στο λεξικό PONS
ζωή [zɔˈi] SUBST θηλ
1. ζωή (ύπαρξη, βίος, ζωντάνια):
- ζωή
- Leben ουδ
- βρίσκομαι/είμαι στη ζωή
- am Leben sein
- ξαναφέρνω/επαναφέρω κάποιον στη ζωή
- jdn wieder zum Leben erwecken
- δίνω καινούργια ζωή σε κάτι
- etw neu beleben
- σώζω τη ζωή κάποιου
- jdm das Leben retten
- αφαιρώ τη ζωή κάποιου
- jdm das Leben nehmen
- θυσιάζω τη ζωή μου για κάτι
- sein Leben für etw opfern
- χαρίζω τη ζωή μου σε κάποιον
- jdm sein Leben schenken
- κάνω τη ζωή κάποιου μαρτύριο/κόλαση/μαύρη
- jdm das Leben zur Hölle machen
- βλέπω τη ζωή ρόδινη
- alles durch die/eine rosarote Brille sehen
- εφ' όρου ζωής
- lebenslang
- ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου
- es ging um Leben und Tod
- χάθηκαν πολλές ζωές στο σεισμό
- das Erdbeben forderte viele Menschenleben
- είναι γεμάτος ζωή
- er steckt voller Leben
- … θα δώσει λίγο ζωή στο σπίτι
- … wird ein bisschen Leben ins Haus bringen
- ζωή μου! (προς άντρα ή γυναίκα)
- mein Liebling!
- η αιώνια/επίγεια ζωή
- das ewige/irdische Leben ουδ
- η γλυκιά ζωή
- die Dolce Vita θηλ
- σκυλήσια ζωή
- Hundeleben ουδ
2. ζωή (τρόπος διαβίωσης, σύνολο των διδαγμάτων της πείρας):
- ζωή
- Leben ουδ
- αρχίζω (μια) νέα ζωή
- ein neues Leben beginnen/anfangen
- αυτή είναι η ζωή!, αυτά έχει η ζωή!
- so ist das Leben!
- δεν είναι ζωή αυτή!
- das ist doch kein Leben!
- κάνω ήσυχη/ακόλαστη ζωή
- ein ruhiges/ausschweifendes Leben führen
- ζω/κάνω διπλή ζωή
- ein Doppelleben führen
- περνώ/κάνω ζωή χαρισμένη
- ein angenehmes Leben führen
- κάνω τη ζωή μου (την απολαμβάνω)
- sein Leben genießen
- αισθηματική ζωή
- Gefühlsleben ουδ
- επαγγελματική ζωή
- Berufsleben ουδ
- ερωτική ζωή
- Liebesleben ουδ
- καθημερινή ζωή
- Alltag αρσ
- κοινωνική ζωή
- Leben ουδ in der Gesellschaft
- νυχτερινή ζωή
- Nachtleben ουδ
- οικογενειακή ζωή
- Familienleben ουδ
- οικονομική ζωή
- Wirtschaftsleben ουδ
ζωή SUBST
- άγρια ζωή θηλ
- (natürliche) Tier- und Pflanzenwelt θηλ
ζωή SUBST
- περνάει ζωή και κότα
- er lebt wie Gott in Frankreich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ζωή θηλ ευημερίας
- ein Leben ουδ im Wohlstand
- συζυγική ζωή
- Eheleben ουδ
- σκυλήσια ζωή
- Hundeleben ουδ
- αισθηματική ζωή
- Gefühlsleben ουδ
- επαγγελματική ζωή
- Berufsleben ουδ