στο λεξικό PONS
πόθος [ˈpɔθɔs] SUBST αρσ
1. πόθος (επιθυμία):
- πόθος
- Wunsch αρσ
- ευσεβής πόθος
- frommer Wunsch αρσ
- … αποτελεί ευσεβή πόθο
- … ist nur ein frommer Wunsch
2. πόθος (έντονη επιθυμία, ερωτικό):
- πόθος
- Verlangen ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ευσεβής πόθος
- frommer Wunsch αρσ