στο λεξικό PONS
I. ειδικ|ός <-ή, -ό> [iðiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- ειδικός
- besondere(r, s), speziell, Sonder-, Spezial-
- ειδική περίπτωση
- Sonderfall αρσ
- ειδική περίπτωση
- besonderer Fall αρσ
- ειδική προσφορά
- Sonderangebot ουδ
- ειδικό βάρος ΦΥΣ
- spezifisches Gewicht ουδ
- ειδική πυκνότητα
- spezifische Dichte θηλ
II. ειδικ|ός <-ή, -ό> [iðiˈkɔs] SUBST αρσ/θηλ
- ειδικός
- Experte αρσ (Expertin) θηλ
- ειδικός
- Spezialist(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ειδικός πρεσβευτής
- Sonderbotschafter αρσ
- ειδικός όρος
- Fachbegriff αρσ
- ειδικός ανταποκριτής
- Sonderberichterstatter αρσ
- ειδικός ελεγκτής
- Sonderprüfer αρσ
- ειδικός προϋπολογισμός (κρατικός)
- Sonderhaushalt αρσ