στο λεξικό PONS
I. ικανοποι|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ikanɔpiˈɔ] VERB μεταβ
1. ικανοποιώ (άνθρωπο):
- ικανοποιώ
- zufrieden stellen
2. ικανοποιώ (απαιτήσεις, ορμές):
- ικανοποιώ
- befriedigen
3. ικανοποιώ (επιθυμία μου):
- ικανοποιώ
- verwirklichen
4. ικανοποιώ (επιθυμία άλλου):
- ικανοποιώ
- erfüllen
II. ικανοποιούμαι VERB αυτοπ ρήμα
- ικανοποιούμαι με κάτι
- sich mit etw zufriedengeben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ικανοποιώ τις απαιτήσεις τού …
- den Ansprüchen δοτ des … genügen
- ικανοποιώ μια αξίωση ΝΟΜ
- einen Anspruch befriedigen
- εκπληρώνω/ικανοποιώ την επιθυμία κάποιου
- jds Wunsch erfüllen